Η κατασκευή βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο. Το κόστος κατασκευής έχει αυξηθεί σημαντικά, η γη είναι ακριβότερη και η δημιουργία νέου οικιστικού αποθέματος γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για κατοικία παραμένει ισχυρή και ένα μεγάλο μέρος της αγοράς δυσκολεύεται να βρει ακίνητα που να ανταποκρίνονται πραγματικά στις ανάγκες και στις δυνατότητές του.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο να χτίσουμε περισσότερο. Χρειάζεται να δούμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα το κτιριακό απόθεμα που ήδη υπάρχει, αλλά και πώς τα ακίνητα που δημιουργούμε σήμερα θα μπορούν να παραμένουν λειτουργικά και αξιοποιήσιμα στο μέλλον.
Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία ανοίγει η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα. Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να ξεπεράσει περιορισμούς ενός πλαισίου σχεδόν εκατό ετών, διευκολύνοντας τον διαχωρισμό ή τη συνένωση ιδιοκτησιών και περιορίζοντας εμπόδια που σήμερα μπορούν να προκύψουν από παλαιούς κανονισμούς και την ανάγκη συναίνεσης των συνιδιοκτητών.
Στην ουσία, ανοίγει μια συζήτηση για το πόσο ελεύθερα μπορεί ένα ακίνητο να προσαρμόζεται στις ανάγκες της εποχής και του ιδιοκτήτη του.
Και αυτή είναι μια ευκαιρία να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την αξία ενός ακινήτου.
Για δεκαετίες σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε κατοικίες με βάση τις ανάγκες της στιγμής. Ένα διαμέρισμα έχει συγκεκριμένα τετραγωνικά, συγκεκριμένη διαρρύθμιση, συγκεκριμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Όμως ένα ακίνητο μπορεί να παραμείνει στην ίδια οικογένεια για δεκαετίες. Και η ζωή στο μεταξύ αλλάζει.
Αυτό ήταν ένα ερώτημα που μας απασχόλησε στην ΕΠΙΚΥΚΛΟΣ πριν από αρκετά χρόνια: τι συμβαίνει όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και ένα μεγάλο διαμέρισμα χρειαστεί να γίνει δύο μικρότερα; Ή όταν δύο μικρότερες ιδιοκτησίες χρειαστεί να γίνουν μία;
Μέχρι σήμερα, μια τέτοια ανάγκη μπορεί να προσκρούσει στη σύσταση και στον κανονισμό μιας πολυκατοικίας και να απαιτεί συναινέσεις άλλων συνιδιοκτητών. Έτσι, μια περιουσία που δημιουργήθηκε για να αποτελεί αξία για μια οικογένεια μπορεί στην πορεία να χάσει ένα μέρος της χρησιμότητάς της.
Ένα ακίνητο δεν πρέπει να γίνεται «βαρίδι» επειδή άλλαξαν οι ανάγκες του ιδιοκτήτη του.
Γι’ αυτό, ήδη από το 2020, με την “εξελιγμένη σύσταση πολυκατοικίας” επιλέξαμε στα ακίνητα που αναπτύσσουμε να προβλέπουμε τη δυνατότητα μελλοντικού διαχωρισμού ή συνένωσης των ιδιοκτησιών από τη σύστασή τους. Να δίνουμε, δηλαδή, στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα να προσαρμόσει την περιουσία του σε μια διαφορετική πραγματικότητα στο μέλλον, χωρίς να εξαρτάται από αποφάσεις που δεν μπορεί να ελέγξει.
Δεν μπορούσαμε φυσικά να γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί έξι χρόνια αργότερα η σχετική νομοθεσία. Μπορούσαμε όμως να προβλέψουμε ότι η ζωή θα αλλάξει.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι η κατεύθυνση προς ένα πιο σύγχρονο και ευέλικτο πλαίσιο ιδιοκτησίας είναι αναγκαία. Όχι μόνο γιατί μπορεί να απελευθερώσει δυνατότητες σε ένα σημαντικό μέρος του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, αλλά γιατί μας καλεί να δούμε διαφορετικά και τα ακίνητα που σχεδιάζουμε σήμερα.
Η αξία ενός σύγχρονου ακινήτου δεν μπορεί να μετριέται μόνο στα τετραγωνικά, στην ενεργειακή του απόδοση ή στην ποιότητα της κατασκευής. Πρέπει να μετριέται και στις επιλογές που αφήνει ανοιχτές για το μέλλον.
Τα κτίρια μένουν για δεκαετίες. Οι ζωές μέσα σε αυτά αλλάζουν. Η πραγματική υπεραξία είναι να έχουμε προβλέψει και τα δύο.